Μεγάλες Προσωπικότητες στο Σκάκι – Μιχαήλ Ταλ

Ο Μιχαήλ Νεχέμιεβιτς Ταλ (9 Νοεμβρίου 1936 – 28 Ιουνίου 1992), γεννήθηκε στη Ρίγα της Λετονίας και ήταν ο όγδοος Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο Σκάκι.

indexΈμαθε να διαβάζει απο την ηλικία των τριών και έμαθε να παίζει σκάκι βλέποντας τον πατέρα του στα οκτώ του χρόνια.Αφού ο Μποτβίνικ στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής το 1948, ο μικρός Μιχαήλ επισκέφτηκε το μέρος όπου γίνονταν το τουρνουά στην Ρίγα.Ήλπιζε να παίξει ένα παιχνίδι με τον παγκόσμιο πρωταθλητή,δυστηχώς όμως για τον μικρό, η…γυναίκα του Μποτβίνικ τον ενημέρωσε ότι ο σύζυγος της ξεκουράζονταν(μετά απο δικές της εντολές).
Eντάχθηκε στην σκακιστική λέσχη της Ρίγας με δάσκαλο τον Κομπλένς ο οποίος τον βοήθησε πολύ και γρήγορα εξέλιξε και βελτίωσε το παιχνίδι του.Πήρε το πτυχίο της φιλολογίας απο το πανεπιστήμιο της Ρίγας και εργάστηκε για λίγο ώς καθηγητής στα νεανικά του χρόνια.

Γνωστός και ως «ο μάγος από τη Ρίγα», ο Ταλ ήταν μια από τις μεγαλύτερες μεγαλοφυίες στην καταγεγραμμένη ιστορία του σκακιού σε ότι αφορά στην επίθεση. Το επιθετικό του στυλ συνίστατο στους όμορφους συνδυασμούς του, όπου η αληθινή φύση των θέσεων κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του ήταν αδύνατο να προβλεφθεί από τους αντιπάλους του – μερικές φορές ακόμη και από τον Ταλ τον ίδιο – εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται στους σκακιστικούς αγώνες.

Αντίθετα από το ομαλό, σχεδόν αβίαστο ύφος του Καπαμπλάνκα, ο Ταλ έπαιζε εσκεμμένα κινήσεις οι οποίες δημιουργούσαν μέγιστες περιπλοκές και για τις δύο πλευρές. Κατά τα λεγόμενά του, Δεν είναι απαραίτητο να παίξεις καλά. Πρέπει απλά να παίξεις καλύτερα από τον αντίπαλό σου. Ο Δρ. Λάσκερ θα είχε αγαπήσει αυτήν τη δήλωση, διότι έκρινε επίσης το παιχνίδι του σκακιού ως αντιπαράθεση μεταξύ δύο μυαλών, σε αντιδιαστολή με κάποιον που κάνει τυφλά τις “σωστές” κινήσεις επί της σκακιέρας.

Γεννημένος στη Λετονία το 1936, ο Ταλ ήταν σχετικά άγνωστος στον κόσμο του σκακιού, αντίθετα με τους διάσημους σοβιετικούς συμπατριώτες του, δηλαδή τους Μποτβίνικ, Σμισλόφ, Κέρες, Μπρονστάιν, Σπάσκι, Πετροσιάν, κ.λπ., μέχρι την δεκαετία του ’50, όταν το όνομά του ταρακούνησε όλο τον κόσμο του σκακιού με τη νίκη του στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης το 1957 και το 1958, και κερδίζοντας κατόπιν τα προκριματικά πρωταθλήματα παγκόσμιου πρωταθλήματος το 1959 για να γίνει ο επίσημος διεκδικητης του παγκοσμίου τίτλου ενάντια στον Μποτβίνικ. Στα προκριματικά του 1959 κέρδισε 4-0 τον νεαρό, αλλά λαμπρό μελλοντικό παγκόσμιο πρωταθλητή, Μπόμπι Φίσερ. Το ύφος του Ταλ γοήτευσε τον κόσμο του σκακιού, και ο Γκρανμαίτρ Ραγκόζιν ανέφερε: “Ο Ταλ δεν κινεί τα κομμάτια σκακιού με το χέρι, χρησιμοποιεί μια μαγική ράβδο”.

Ο Τάλ αγαπούσε το παιχνίδι και θεωρούσε ότι πάνω απο όλα το σκάκι είναι Τέχνη. Είναι γνωστό ότι έπαιζε πολλά παιχνίδια μπλίτζ μόνο και μόνο για την αγάπη του παιχνιδιού.Υπήρξε το αρχέτυπο του επιθετικού παίκτη αναπτύσσοντας ένα ευρηματικό και δυνατό στύλ παιχνιδιού και ο πραγματισμός του παιχνιδιού του τον κατατάσσει σε έναν απο τους “επίγονους” του πρώην παγκόσμιου πρωταθλητή Εμάνουελ Λάσκερ.
Η απόκτηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων επέβαλλε τον ρυθμό στην σκακιστική λογική του Τάλ.Θεωρούσε πολύ σημαντικό τον παράγοντα χρόνο στον παιχνίδι,δηλαδή την απόκτηση “τέμπο” όπως λέγεται στην γλώσσα του σκακιού το οποίο φυσικά λειτουργεί υπέρ του παίκτη που επιτίθεται και αυτός ήταν συνήθως ο…Τάλ.

Οι αχανείς περιπλοκές που δημιουργούσε μέσω των θυσιών του έκαναν πολλούς μάστερ να…θολώνουν.Κάποιοι βέβαια όπως ο Βίκτωρ Κόρτσνοϊ (ίσως ο δυνατότερος παίκτης που δεν στέφθηκε ποτέ παγκόσμιος πρωταθλητής,μαζί με τον Κέρες) είχε πολλές φορές την υπομονή και επιμονή να ανακαλύψει τις “τρύπες” που συχνά δημιουργούνταν απο τις ιδιοφυείς επιθέσεις του Τάλ.

Μετά τη νίκη του στα προκριματικά του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος το 1959, ορισμένοι σκεπτικιστές υποστήριζαν ότι ο Μποτβίνικ ήταν ένας τόσο σταθερός και στρατηγικός παίχτης, ώστε το επιθετικό ύφος του Ταλ δεν θα ήταν σε θέση να διαπεράσει τη ισχυρή του άμυνα. Αλλά το 1960, όταν ο Ταλ έπαιξε ενάντια στον Μποτβίνικ για το παγκόσμιο πρωτάθλημα, κέρδισε την 6η παρτίδα με μια εξωφρενικά περίπλοκη και επικίνδυνη θυσία κομματιού, επειδή ο αντίπαλός του δεν μπόρεσε να υπολογίσει όλες τις περίπλοκες βαριάντες τις οποίες ο Ταλ δημιούργησε πάνω στην σκακιέρα. Ο Ταλ συνέχισε και κέρδισε την παρτίδα και αργότερα και το ματς και στέφθηκε ο 8ος Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι.

Ο Ταλ δεν ξανακατέκτησε τον τίτλο τού παγκοσμίου πρωταθλητή αν και παρέμεινε ένας από τους ισχυρότερους σκακιστές στον κόσμο μέχρι το θάνατό του το 1992. Το 1961, έπαιξε ενάντια στον Μποτβίνικ στο υποχρεωτικό ματς – ρεβάνς, όπου έγινε φανερό ότι ο Μποτβίνικ είχε χρησιμοποιήσει το χρόνο που μεσολάβησε από το πρώτο ματς για να βρει τους τρόπους να εκμεταλλευθεί τον τρόπο παιχνιδιού του Ταλ. Ο Μποτβίνικ έτσι ανέκτησε τον τίτλο του Παγκοσμίου Πρωταθλητή, και ο Ταλ δεν έφθασε ποτέ ξανά στην κορυφή, καθώς εμφανίστηκαν και νέες σκακιστικές μεγαλοφυΐες όπως ο Πετροσιάν, ο Σπάσκι, ο Φίσερ, ο Κάρποφ και ο Κασπάροφ.

tal01

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *