Μεγάλες Προσωπικότητες στο Σκάκι – Τιγκράν Πετροσιάν

Ο Τιγκράν Βαρτάνοβιτς Πετροσιάν ( 17 Ιουνίου 1929 – 13 Αυγούστου 1984) γεννήθηκε στο χωριό Μούλκι της περιοχής Αραγκατσότν της Αρμενίας και ήταν ο ένατος παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι.

Tigran_Petrosian
Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Τιφλίδα (Τμπίλισι) της Γεωργίας. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Μόσχα. Η πρώτη του επαφή με το σκάκι έγινε όταν ήταν οκτώ ετών. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και οι γονείς του πέθαναν την εποχή του πολέμου. Έτσι στα 16 του χρειάσθηκε να εργαστεί για να ζήσει τα υπόλοιπα μέλη της. Το 1946 εγκαταστάθηκε στο Ερεβάν και κέρδισε το πρωτάθλημα της Αρμενίας. Το ίδιο και το 1948.Α ποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξή του ως σκακιστή ήταν η μετακίνησή του στη Μόσχα το 1949, οπότε και άρχισε να παίζει και να κερδίζει σε διάφορα σκακιστικά τουρνουά. Μετά το ορμητικό ξεκίνημα οι επιδόσεις του σταθεροποιούνται.

Το 1963 ο Πετροσιάν κέρδισε τον Παγκόσμιο Πρωταθλητή Μιχαήλ Μποτβίννικ 12,5–9,5 και κατέκτησε τον παγκόσμιο τίτλο. Μέχρι την 14η παρτίδα συμβάδιζαν στο σκορ. Στις τελευταίες 8 παρτίδες ο αρμένιος διεκδικητής σημείωσε 3 νίκες και 5 ισοπαλίες. Χαρακτηριστική, της παραδοχής της ήττας για τον Μποτβίνικ, ήταν η 22η παρτίδα, στην οποία συμφωνήθηκε η ισοπαλία, μόλις, στην 10η κίνηση. Το υπομονετικό και αμυντικό του στυλ ήταν αρκετό για να καταβάλει τον Μποτβίννικ  μία και μοναδική παρακινδυνευμένη κίνηση του τελευταίου ήταν αρκετή να την εκμεταλλευτεί ο Πετροσιάν και να τον νικήσει. Για την επιτυχία του θα αποδώσει τα εύσημα στον βοηθό και προπονητή του Μπολεσλάβσκι. Κάποιο ρόλο έπαιξε και η διαφορά ηλικίας, αφού ήταν 18 χρόνια μικρότερος από τον 52χρονο πια αντίπαλό του.

Ο Πετροσιάν υπερασπίστηκε τον τίτλο του το 1966 νικώντας τον Μπόρις Σπάσκυ 12,5–11,5, αλλά το 1969 ο Σπάσκυ “πήρε το αίμα του πίσω” νικώντας 12,5–10,5 και κερδίζοντας τον τίτλο. Οι επικριτές του τον κατηγορούν για πολύ επιφυλακτικό παιχνίδι και ροπή στις ισοπαλίες. Αυτό όμως είναι το προσόν του αφού δεν χάνει σχεδόν ποτέ. Συχνά δεν δίσταζε να οπισθοχωρήσει τα κομμάτια του σε φαινομενικά παθητικές θέσεις και να αφήσει τον αντίπαλο να επιτεθεί, μόνο και μόνο γιατί προέβλεπε κάποιον τρόπο να αναχαιτίσει τη δράση του και να αναλάβει μετά την πρωτοβουλία. Όπως η παρτίδα Όλαφσον – Πετροσιάν 1961.

Το 1968 παρουσιάζει στο πανεπιστήμιο την διατριβή του «Η λογική του Σκακιού» και παίρνει το πτυχίο του στην φιλοσοφία. Η σκακιστική του ανάπτυξη επηρεάσθηκε από του Καπαμπλάνκα και Νίμτσοβιτς, ιδίως τις ιδέες του τελευταίου για την προφύλαξη. Ο Πετροσιάν προτιμούσε ήσυχες μη δεσμεύτηκες κινήσεις, που του επέτρεπαν να κρατά ανοιχτές τις δυνατότητες και να χτυπά την κατάλληλη στιγμή. Το προσεκτικό παιχνίδι του μπορεί να μην άρεσε και να μην εκτιμήθηκε αρκετά την εποχή του, όμως έχει σημαντικές αρετές.

Εκτός από την άψογη τεχνική στο φινάλε, βασικό προσόν ήταν ο ευέλικτος, αντιδογματικός χειρισμός του χώρου. Σε πολλές παρτίδες παραχωρούσε την υπεροχή χώρου, για να δείξει μετά ότι δεν είχε πραγματικούς στόχους και ότι μπορούσε να εκμεταλλευθεί τα κενά στον έλεγχό του. Έτσι ανέδειξε τις εξαιρέσεις όπου η υπεροχή χώρου αποβαίνει μειονέκτημα, όπως είχε κάνει ο Ταλ με το υλικό. Ορισμένοι ερευνητές αποδίδουν την άνεση του Πετροσιάν σε στενότητα χώρου στα βιώματα της παιδικής του ηλικίας, όταν ζούσε σε πολύ μικρό σπίτι.Ο Πετροσιάν μπορούσε να παίζει έξοχες επιθετικές παρτίδες, όπου ο τόνος δίνονταν όχι από τις θεαματικές θυσίες, όσο από τις κρυφές απειλές.
Ο Τιγκράν Πετροσιάν, θεωρείται από ολόκληρο τον σκακιστικό κόσμο ως ο απόλυτος μαιτρ της άμυνας. Το στυλ ήταν υπερσυντηρητικό. Είχε την ικανότητα να οσμίζεται τον κίνδυνο πολύ πριν αυτός υπάρξει. Ο Πολουγκαέφσκυ έλεγε ότι “πιο εύκολο ήταν να κερδίσεις το πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης παρά μια παρτίδα εναντίον του Πετροσιάν”.
Στη θεωρία ανοιγμάτων είχε μεγάλη συμβολή. Πασίγνωστο είναι το Σύστημα Πετροσιάν στην Ινδική άμυνα του Βασιλιά. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως παγκόσμιος πρωταθλητής, εξέδωσε το γνωστό περιοδικό “64” για τους αναγνώστες ολόκληρης της Σοβιετικής Ένωσης
O Κασπάροβ μάλιστα είχε κάποτε δηλώσει: «εκπλήρωσε ένα είδος τέχνης στο να δημιουργεί αρμονικές θέσεις γεμάτες ζωή όπου η φαινομενική απουσία δυναμισμού αντισταθμίζεται από την τεράστια εσωτερική ενέργεια»

314_Armenian_Stamps-T_Petrosian

Ο ισχυρότερος αγώνας στην ιστορία – TCEC SuperFinal 2015

Ως τον ισχυρότερο αγώνα στην ιστορία του Σκακιού θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον τελικό μεταξύ του κατόχου του τίτλου Komodo και τον διεκδικητή Stockfish. Φυσικά αναφερόμαστε στον τελικό σκακιστικών μηχανών που διεξάγεται αυτές τις μέρες σε μια σειρά 100 αγώνων.

tcec_s08_superfinal_poster

Η μηχανή Komodo παίζει ανανεωμἐνη και δυνατότερη από ποτέ (9.3x έκδοση) ενώ και η Stockfish παρουσιάζεται ακόμα πιο ισχυρή με μια βελτίωση που αφορά την χρήση της από πολλαπλούς επεξεργαστές.

Οι προγραμματιστές και των 2 μηχανών (3223 και 3224 ΕΛΟ αντίστοιχα) παρουσιάζονται ευχαριστήμενοι από την απόδοση τους αν και επιμένουν ότι μπορούν να βελτιωθούν περαιτέρω! Ο Mark Lefler (Komodo) δηλώνει μάλιστα ότι όταν πιέζει την μηχανή να χρησιμοποιήσει περισσότερο χρόνο τότε παρουσιάζονται προβλήματα. Ο Marco Costalba (Stockfish) εμφανίζεται ευχαριστημένος με την μεγάλη βελτίωση σε ΕΛΟ της μηχανής , συμπληρώντας όμως ότι αυτό συμβαίνει μόνο με την παρουσία πολλαπλών επεξεργαστών.

Φέτος ο τελικός διεξάγεται για 8η χρονιά προσπαθώντας να τραβήξει το ενδιαφέρον όλων του ανθρώπων του αθλήματος. Καθώς έχει βελτιωθεί η υπολογιστική δύναμη και καθώς έχει δοθεί περισσότερος χρόνος (180′ +30”) αναμένουμε την υψηλότερη απόδοση ΕΛΟ που έχει ποτέ καταγραφεί.

Χαρακτηριστικά μηχανής που χρησιμοποιείται για τον αγώνα.

CPUs: 24 core (2 x 12) Intel Xeon E5-2690v3 @ 3100 MHz
Motherboard: Supermicro X10DRL-i
RAM: 8 x 32 GB Hynix DDR4 Reg/ECC
SSD: Crucial BX100 250 GB
Chassis: Supermicro
OS: Windows Server 2012 R2

Στον τελικό θα παιχτούν 50 διαφορετικά ανοίγματα (σύνολο 100 αγώνες) έτσι ώστε και 2 μηχανές να παίξουν τόσο με λευκά όσο και με μαύρα την ίδια θέση. Αυτή την στιγμή μετά από 57 παρτίδες προηγείται η Komodo με σκορ 30-27. Η συντριπτική πλειοψηφία των αγώνων καταλήγουν σε ισοπαλίες.

Παρακολουθήστε σε απευθείας μετάδοση τους αγώνες εδώ.

Η Αλίκη μέσα από τον καθρέφτη – Λούις Κάρολ

Ο Λούις Κάρολ (1832 – 1898), ο οποίος με την Αλίκη του δημιούργησε την λογοτεχνική κατηγορία της παιδικής λογοτεχνίας, καθηγητής μαθηματικών στο Κολλέγιο της Οξφόρδης, εξέδωσε την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων το 1865, ενώ έξι χρόνια αργότερα εκδίδεται το Μέσα απ’ τον καθρέφτη με εικονογράφηση του διάσημου σκιτσογράφου Τένιελ, στοιχείο που συμβάλλει αποφασιστικά στην μεγάλη επιτυχία του βιβλίου, με αποτέλεσμα να στραφεί η προσοχή του κοινού και στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, το οποίο αρχικά δεν είχε εμπορική επιτυχία.

253177

Στο Μέσα απ’ τον καθρέφτη η Αλίκη είναι και πάλι πρωταγωνίστρια και το σύνολο του βιβλίου είναι βασισμένο σε μία παρτίδα σκάκι. Ενώ στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων ζωντανεύουν τα τραπουλόχαρτα, εδώ ζωντανεύουν τα σκακιστικά κομμάτια. Η Αλίκη παίζει μία φανταστική παρτίδα σκάκι, παίρνει το ρόλο του πιονιού της λευκής βασίλισσας και έχει ως στόχο να φθάσει στην τελευταία γραμμή και να γίνει και εκείνη βασίλισσα.

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα (περιλαμβάνεται στην ανθολογία του Γιάννη Αντωνιάδη “Σκάκι και Λογοτεχνία”, Iανός – 2013) από το παραμύθι, όπου η Αλίκη συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται σε μια σκακιέρα και συναισθάνεται την αναλογία μεταξύ του παιχνιδιού του σκακιού και του παιχνιδιού της ζωής:

«Για λίγα λεπτά η Αλίκη στάθηκε χωρίς να μιλά κοιτάζοντας την περιοχή προς όλες τις κατευθύνσεις – κι ήταν μια πολύ παράξενη περιοχή: Υπήρχαν πολλά μικρά ρυάκια που τη διέτρεχαν απ’ τη μια μεριά ως την άλλη, και το έδαφος ανάμεσα τους ήταν χωρισμένο σε τετράγωνα, με πολλούς μικρούς φράχτες που πήγαιναν από ρυάκι σε ρυάκι.

«Θα ‘λεγα πως είναι σημαδεμένη σαν μια μεγάλη σκακιέρα» είπε τελικά η Αλίκη. «Θα ‘πρεπε να υπάρχουν και μερικοί άνθρωποι, να κινούνται – μα ναι! Υπάρχουν!» πρόσθεσε χαρούμενα, κι η καρδιά της άρχισε να χτυπά γρήγορα, με λαχτάρα, καθώς συνέχιζε: «Είναι μια πελώρια παρτίδα σκάκι που παίζεται παντού – σ’ όλο τον κόσμο – αν αυτός είναι ο κόσμος βέβαια. Α, τι διασκεδαστικό που είναι! Πόσο θα ‘θελα να ‘παιζα κι εγώ! Δε θα με πείραζε κι απλό πιόνι να ‘μουν, αν ήταν δυνατόν να με παίξουν – αν και φυσικά θα προτιμούσα να ‘μουν Βασίλισσα!».

Όλα αυτά ιστορημένα με τον πολυεπίπεδο τρόπο του μεγάλου συγγραφέα, μας χαρίζουν άλλο ένα πραμύθι, γεμάτο ευαισθησία και χιούμορ που συναρπάζει τα παιδιά (από 8 ετών και άνω) και μαγεύει τους μεγάλους.

Σημειώνουμε ότι το βιβλίο πρόκειται να μεταφερθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες από την Disney εντός του 2016.

ISBN: 960-238-036-5

 

Μεγάλες Προσωπικότητες στο Σκάκι – Μιχαήλ Ταλ

Ο Μιχαήλ Νεχέμιεβιτς Ταλ (9 Νοεμβρίου 1936 – 28 Ιουνίου 1992), γεννήθηκε στη Ρίγα της Λετονίας και ήταν ο όγδοος Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο Σκάκι.

indexΈμαθε να διαβάζει απο την ηλικία των τριών και έμαθε να παίζει σκάκι βλέποντας τον πατέρα του στα οκτώ του χρόνια.Αφού ο Μποτβίνικ στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής το 1948, ο μικρός Μιχαήλ επισκέφτηκε το μέρος όπου γίνονταν το τουρνουά στην Ρίγα.Ήλπιζε να παίξει ένα παιχνίδι με τον παγκόσμιο πρωταθλητή,δυστηχώς όμως για τον μικρό, η…γυναίκα του Μποτβίνικ τον ενημέρωσε ότι ο σύζυγος της ξεκουράζονταν(μετά απο δικές της εντολές).
Eντάχθηκε στην σκακιστική λέσχη της Ρίγας με δάσκαλο τον Κομπλένς ο οποίος τον βοήθησε πολύ και γρήγορα εξέλιξε και βελτίωσε το παιχνίδι του.Πήρε το πτυχίο της φιλολογίας απο το πανεπιστήμιο της Ρίγας και εργάστηκε για λίγο ώς καθηγητής στα νεανικά του χρόνια.

Γνωστός και ως «ο μάγος από τη Ρίγα», ο Ταλ ήταν μια από τις μεγαλύτερες μεγαλοφυίες στην καταγεγραμμένη ιστορία του σκακιού σε ότι αφορά στην επίθεση. Το επιθετικό του στυλ συνίστατο στους όμορφους συνδυασμούς του, όπου η αληθινή φύση των θέσεων κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του ήταν αδύνατο να προβλεφθεί από τους αντιπάλους του – μερικές φορές ακόμη και από τον Ταλ τον ίδιο – εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται στους σκακιστικούς αγώνες.

Αντίθετα από το ομαλό, σχεδόν αβίαστο ύφος του Καπαμπλάνκα, ο Ταλ έπαιζε εσκεμμένα κινήσεις οι οποίες δημιουργούσαν μέγιστες περιπλοκές και για τις δύο πλευρές. Κατά τα λεγόμενά του, Δεν είναι απαραίτητο να παίξεις καλά. Πρέπει απλά να παίξεις καλύτερα από τον αντίπαλό σου. Ο Δρ. Λάσκερ θα είχε αγαπήσει αυτήν τη δήλωση, διότι έκρινε επίσης το παιχνίδι του σκακιού ως αντιπαράθεση μεταξύ δύο μυαλών, σε αντιδιαστολή με κάποιον που κάνει τυφλά τις “σωστές” κινήσεις επί της σκακιέρας.

Γεννημένος στη Λετονία το 1936, ο Ταλ ήταν σχετικά άγνωστος στον κόσμο του σκακιού, αντίθετα με τους διάσημους σοβιετικούς συμπατριώτες του, δηλαδή τους Μποτβίνικ, Σμισλόφ, Κέρες, Μπρονστάιν, Σπάσκι, Πετροσιάν, κ.λπ., μέχρι την δεκαετία του ’50, όταν το όνομά του ταρακούνησε όλο τον κόσμο του σκακιού με τη νίκη του στο πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης το 1957 και το 1958, και κερδίζοντας κατόπιν τα προκριματικά πρωταθλήματα παγκόσμιου πρωταθλήματος το 1959 για να γίνει ο επίσημος διεκδικητης του παγκοσμίου τίτλου ενάντια στον Μποτβίνικ. Στα προκριματικά του 1959 κέρδισε 4-0 τον νεαρό, αλλά λαμπρό μελλοντικό παγκόσμιο πρωταθλητή, Μπόμπι Φίσερ. Το ύφος του Ταλ γοήτευσε τον κόσμο του σκακιού, και ο Γκρανμαίτρ Ραγκόζιν ανέφερε: “Ο Ταλ δεν κινεί τα κομμάτια σκακιού με το χέρι, χρησιμοποιεί μια μαγική ράβδο”.

Ο Τάλ αγαπούσε το παιχνίδι και θεωρούσε ότι πάνω απο όλα το σκάκι είναι Τέχνη. Είναι γνωστό ότι έπαιζε πολλά παιχνίδια μπλίτζ μόνο και μόνο για την αγάπη του παιχνιδιού.Υπήρξε το αρχέτυπο του επιθετικού παίκτη αναπτύσσοντας ένα ευρηματικό και δυνατό στύλ παιχνιδιού και ο πραγματισμός του παιχνιδιού του τον κατατάσσει σε έναν απο τους “επίγονους” του πρώην παγκόσμιου πρωταθλητή Εμάνουελ Λάσκερ.
Η απόκτηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων επέβαλλε τον ρυθμό στην σκακιστική λογική του Τάλ.Θεωρούσε πολύ σημαντικό τον παράγοντα χρόνο στον παιχνίδι,δηλαδή την απόκτηση “τέμπο” όπως λέγεται στην γλώσσα του σκακιού το οποίο φυσικά λειτουργεί υπέρ του παίκτη που επιτίθεται και αυτός ήταν συνήθως ο…Τάλ.

Οι αχανείς περιπλοκές που δημιουργούσε μέσω των θυσιών του έκαναν πολλούς μάστερ να…θολώνουν.Κάποιοι βέβαια όπως ο Βίκτωρ Κόρτσνοϊ (ίσως ο δυνατότερος παίκτης που δεν στέφθηκε ποτέ παγκόσμιος πρωταθλητής,μαζί με τον Κέρες) είχε πολλές φορές την υπομονή και επιμονή να ανακαλύψει τις “τρύπες” που συχνά δημιουργούνταν απο τις ιδιοφυείς επιθέσεις του Τάλ.

Μετά τη νίκη του στα προκριματικά του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος το 1959, ορισμένοι σκεπτικιστές υποστήριζαν ότι ο Μποτβίνικ ήταν ένας τόσο σταθερός και στρατηγικός παίχτης, ώστε το επιθετικό ύφος του Ταλ δεν θα ήταν σε θέση να διαπεράσει τη ισχυρή του άμυνα. Αλλά το 1960, όταν ο Ταλ έπαιξε ενάντια στον Μποτβίνικ για το παγκόσμιο πρωτάθλημα, κέρδισε την 6η παρτίδα με μια εξωφρενικά περίπλοκη και επικίνδυνη θυσία κομματιού, επειδή ο αντίπαλός του δεν μπόρεσε να υπολογίσει όλες τις περίπλοκες βαριάντες τις οποίες ο Ταλ δημιούργησε πάνω στην σκακιέρα. Ο Ταλ συνέχισε και κέρδισε την παρτίδα και αργότερα και το ματς και στέφθηκε ο 8ος Παγκόσμιος Πρωταθλητής στο σκάκι.

Ο Ταλ δεν ξανακατέκτησε τον τίτλο τού παγκοσμίου πρωταθλητή αν και παρέμεινε ένας από τους ισχυρότερους σκακιστές στον κόσμο μέχρι το θάνατό του το 1992. Το 1961, έπαιξε ενάντια στον Μποτβίνικ στο υποχρεωτικό ματς – ρεβάνς, όπου έγινε φανερό ότι ο Μποτβίνικ είχε χρησιμοποιήσει το χρόνο που μεσολάβησε από το πρώτο ματς για να βρει τους τρόπους να εκμεταλλευθεί τον τρόπο παιχνιδιού του Ταλ. Ο Μποτβίνικ έτσι ανέκτησε τον τίτλο του Παγκοσμίου Πρωταθλητή, και ο Ταλ δεν έφθασε ποτέ ξανά στην κορυφή, καθώς εμφανίστηκαν και νέες σκακιστικές μεγαλοφυΐες όπως ο Πετροσιάν, ο Σπάσκι, ο Φίσερ, ο Κάρποφ και ο Κασπάροφ.

tal01

Μεγάλες Προσωπικότητες στο Σκάκι – Βασίλι Σμισλόφ

Ο Βασίλι Βασίλιεβιτς Σμισλόφ ήταν Σοβιετικός (Ρώσος) συγγραφέας, βαρύτονος, γκρανμαίτρ και παγκόσμιος πρωταθλητής στο σκάκι μεταξύ 1957 και 1958.

indexΆρχισε να ενδιαφέρεται για το σκάκι στην ηλικία των έξι. Ο πατέρας του, Osipovich Smyslov, είχε επίσης μελετησει σκάκι για ένα χρονικό διάστημα κάτω από την επίβλεψη του Chigorin και έτσι έγινε ο πρώτος δάσκαλος του αγοριού. Ο πατέρας Σμισλόφ έδωσε στον γιο του να μελετήσει ένα αντίτυπο του βιβλίου του Αλεξάντρ Αλιέχιν “Τα καλύτερα μου παιχνίδια 1908-1923”  κάτι για το οποίο αργότερα, ως παγκόσμιος πρωταθλητής πια,  θα γράψει ότι έγινε ἐνα από τα σημεία αναφοράς του. Έγραψε επίσης ότι «… διάβασα όλα όσα βιβλία είχε ο πατέρας μουστη βιβλιοθήκη του: Εγχειρίδιο Dufresne, τα Σοβιετικά περιοδικά Σκάκι,  Σκάκι και Φύλλο, τα κείμενο-βιβλία του Λάσκερ και Καπαμπλάνκα, και τις συλλογές των  παιχνίδιων της Σοβιετικής Ένωσης και των διεθνών τουρνουά.Όμως οι αγώνες του μεγάλου Ρώσου σκακιστή Chigorin μου προκάλεσαν μια ανεξίτηλη εντύπωση! Έχω σπουδάσει προσεκτικά την ιδιοφυΐα όλων των διακεκριμένων Σοβιετικών Μαίτρ».

Ανταγωνιστικές εμπειρίες στο σκάκι ξεκίνησε να έχει στην ηλικία των 14, όταν άρχισε να παίρνει μέρος σε τουρνουά κατάταξης. Το 1938, σε ηλικία 17 ετών, κέρδισε το  Πρωτάθλημα Εφήβων. Εκείνο το ίδιο έτος τερμάτισε δεύτερος στο Πρωτάθλημα της Μόσχας, με 12½ / 17. Ωστόσο, η πρώτη προσπάθεια κατά ενηλίκων έγινε όταν κατετάχθη 12ος στο τουρνουά του Λενιγκράντ το 1939 με 8/17 σε ένα εξαιρετικά ισχυρό τουρνουά. Στο Πρωτάθλημα της Μόσχασ το 1939-1940 κατετάγη 3ος με 9/13.

Ο Σμισλόφ υπήρξε διεκδικητής του τίτλου του Παγκόσμιου Πρωταθλητή οκτώ φορές (1948, 1950, 1953, 1956, 1959, 1965, 1983 και 1985), ενώ το 1949 και το 1955 μοιράστηκε την πρωτιά στο Σοβιετικό σκακιστικό πρωτάθλημα. Το σύνολο των 17 μεταλλίων του σε σκακιστικές Ολυμπιάδες είναι ρεκόρ όλων των εποχών. Επίσης, σε Ευρωπαϊκά ομαδικά πρωταθλήματα, ο Σμισλόφ κέρδισε δέκα χρυσά μετάλλια.

O Σμισλόφ ήταν γνωστός για το “ποζισιονέλ” στυλ του, και ιδίως για τον ακριβή χειρισμό του στο φινάλε. Βέβαια πολλά από τα παιχνίδια του χαρακτηρίζονται και από  εντυπωσιακή τακτική. Είχε τεράστια συμβολή στη σκακιστική θεωρία και ιδιαίτερα σε πολλά ανοίγματα, συμπεριλαμβανομένου του Αγγλικού Ανοίγματος, της  Αμυνας Γκρίνφελντ, και της Σικελικής Άμυνας. Στην άμυνα Γκρίνφελντ, η συνέχεια 1.d4 Nf6 2.c4 g6 3.Nc3 d5 4.Nf3 Bg7 5.Qb3 dxc4 6.Qxc4 0-0 7.e4 Bg4 8.Be3 Nfd7 είναι γνωστή ως Smyslov .Ο ίδιος επίσης αναβίωσε με επιτυχία το φιανκέτο στην Ισπανική (1.e4 e5 2.Nf3 Nc6 3.Bb5 g6) στη δεκαετία του 1970. Στη Σλαβικη Αμυνα, η συνέχεια 1.d4 d5 2.c4 c6 3.Nc3 Nf6 4.Nf3 dxc4 5.a4 Na6 ονομάζεται βαριάντα Smyslov . Τέλος σε μια εκδοχή της Ινδικής του Βασιλιά η παρακάτω βαριάντα ονομάζεται από τον ίδιο 1. d4 Nf6 2. c4 g6 3. Nc3 Bg7 4. Nf3 0-0 5. Bg5 d6 6. e3.

Ο Σμισλόφ παρέμεινε δραστήριος και επιτυχημένος σκακιστής σε ανταγωνιστικό επίπεδο στις δεκαετίες του 1960 και 1970, ενώ προκρινόταν στους τελικούς των διεκδικητών του τίτλου του Παγκόσμιου Πρωταθλητή, μέχρι και το 1983. Παρά τα προβλήματα όρασής του μέχρι και λίγο πριν το θάνατό του, το 2010, δεν είχε εγκαταλείψει τη μελέτη του για το σκάκι και συνέθετε σποραδικά σκακιστικά προβλήματα.

Ο Σμισλόφ ήταν βαρύτονος τραγουδιστής όπερας, αλλά πήρε την απόφαση να ακολουθήσει καριέρα στο σκάκι μετά από μια αποτυχημένη ακρόαση στο Θέατρο Μπολσόι το 1950. Περιστασιακά έδινε ρεσιτάλ κατά τη διάρκεια των τουρνουά σκακιού, που συχνά συνοδευόταν από κάποιους συναδέλφους του γκρανμαίτρ και τον διάσημο πιανίστα Μαρκ Ταϊμάνοβ. Ο Σμισλόφ έγραψε κάποτε ότι προσπαθούσε να επιτύχει αρμονία στη σκακιέρα, με τον κάθε πεσσό να βοηθά τους άλλους.